Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

9/06/2015 11:00:00 π.μ.
Με τον όρο Σεπτεμβριανά εννοούμε το πογκρόμ που εξαπέλυσε ο τουρκικός όχλος, υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης Μεντερές, εναντίον της πολυπληθούς και ευημερούσας ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου 1955.

Αποτέλεσμα, οι 100.000 Έλληνες που ζούσαν εκείνη την περίοδο στην Πόλη να συρρικνωθούν σταδιακά και σήμερα μόλις και μετά βίας να ξεπερνούν τις 2.000.

Το 1955 τη γειτονική μας χώρα κυβερνούσε ο Αντνάν Μεντερές -ένας «πρώιμος Ερντογάν»- και το Δημοκρατικό Κόμμα. Ο Μεντερές έπαιζε αρκετά το μουσουλμανικό χαρτί, προκαλώντας εκνευρισμό στο κεμαλικό κατεστημένο της χώρας. Το αποδεικνύουν και τα χιλιάδες τζαμιά που κτίστηκαν επί πρωθυπουργίας του.

Η οικονομική κατάσταση στην Τουρκία δεν ήταν ανθηρή, ενώ ο εθνικιστικός πυρετός ανέβαινε, καθώς οι Ελληνοκύπριοι διεκδικούσαν την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Ήταν μια καλή αφορμή για τους τούρκους ηγέτες να αποσπάσουν την κοινή γνώμη από τα προβλήματά της, στρέφοντάς την κατά της ελληνικής μειονότητας που ευημερούσε. Στις 28 Αυγούστου 1955 ο Μεντερές ισχυρίστηκε δημόσια ότι οι Ελληνοκύπριοι σχεδίαζαν σφαγές κατά των Τουρκοκυπρίων.

Η αφορμή για το Πογκρόμ κατά του Ελληνισμού της Πόλης δόθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου, με την έκρηξη ενός αυτοσχέδιου μηχανισμού στο Τουρκικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, που στεγαζόταν και στεγάζεται και σήμερα στο σπίτι, όπου γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο ιδρυτής του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Ως δράστης συνελήφθη από τις ελληνικές αρχές ο Οκτάι Εγκίν, ένας μουσουλμάνος σπουδαστής από την Κομοτηνή, που αργότερα περιεβλήθη το φωτοστέφανο του ήρωα. Τιμήθηκε στην Τουρκία και διορίστηκε κυβερνήτης σε επαρχία.

Χρόνια αργότερα σε μία συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με το συμβάν και θεώρησε τον εαυτό του θύμα των ελληνικών αρχών.

Από την έκρηξη στο σπίτι του Ατατούρκ προκλήθηκαν μόνο μικρές υλικές ζημίες στις τζαμαρίες του κτιρίου, αλλά οι τουρκικές εφημερίδες εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός, μεγαλοποιώντας και διαστρεβλώνοντάς το, κατόπιν κυβερνητικών οδηγιών. Πρωτοσέλιδοι τίτλοι, όπως «Έλληνες τρομοκράτες κατέστρεψαν το πατρικό σπίτι του Ατατούρκ» της «Ισταμπούλ Εξπρές» και δημοσίευση μιας σειράς από παραποιημένες φωτογραφίες του συμβάντος, προκάλεσαν «αυθόρμητες» διαδηλώσεις στην Πλατεία Ταξίμ το απόγευμα της ίδιας μέρας.

Στις 5 το απόγευμα, το μαινόμενο πλήθος των 50.000 ατόμων στράφηκε κατά των ελληνικών περιουσιών στη συνοικία Πέραν. Οι λεηλασίες κράτησαν μέχρι τις πρωινές ώρες της 7ης Σεπτεμβρίου, όταν επενέβη ο Στρατός, καθώς η κατάσταση κινδύνευε να τεθεί εκτός ελέγχου. Μέχρι τότε, οι αρχές παρέμειναν απαθείς, όταν δεν διευκόλυναν τους πλιατσικολόγους στο έργο. Ο μηχανισμός του Δημοκρατικού Κόμματος, που ήλεγχε τα συνδικάτα, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στα έκτροπα.

Μεγάλος αριθμός διαδηλωτών μεταφέρθηκε από τη Δυτική Μικρά Ασία δωρεάν, αντί αμοιβής 6 δολαρίων, που ουδέποτε τους δόθηκε. 4.000 ταξί τους μετέφεραν στον χώρο των ταραχών, ενώ φορτηγά του Δήμου της Κωνσταντινούπολης είχαν αναπτυχθεί σε επίκαιρα σημεία της Πόλης, φορτωμένα με τσεκούρια, φτυάρια, ρόπαλα, αξίνες, σφυριά, σιδερένιους λοστούς και μπιτόνια βενζίνης, απαραίτητα σύνεργα για τον όχλο των επιδρομέων, που επέπεσε επί των ελληνικών καταστημάτων με τα συνθήματα «Θάνατος στους γκιαούρηδες», «Σπάστε, γκρεμίστε, είναι γκιαούρης», «Σφάξτε του έλληνες προδότες», «Κάτω η Ευρώπη» και «Εμπρός να βαδίσουμε κατά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης». Την οργή του όχλου δεν γλύτωσαν και κάποια καταστήματα αρμενικής και εβραϊκής ιδιοκτησίας.

Άνδρες και γυναίκες βιάστηκαν και σύμφωνα με τη μαρτυρία του γνωστού τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν, πολλοί ιερείς εξαναγκάστηκαν να υποστούν περιτομή, με θύμα ένα αρμένιο παπά. 16 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους και 32 τραυματίστηκαν.