Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

8/14/2015 12:00:00 μ.μ.
Το τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος στα μοντέρνα σκλαβοπάζαρα μας μεταφέρει στη μακρινή Ταϊλάνδη και στο «χρυσωρυχείο» του ψαρέματος γαρίδας. Εκεί που χιλιάδες σύγχρονοι δούλοι εργάζονται μέχρις εξοντώσεως, σε απάνθρωπες συνθήκες, για να φτάσει φτηνή στα πιάτα μας η τροπική λιχουδιά.

Οι τροπικές γαρίδες ήταν κάποτε μια σπάνια πολυτέλεια που λίγοι μπορούσαν να απολαύσουν. Καταφέραμε να τις μετατρέψουμε σε είδος μαζικής κατανάλωσης διότι, στο τέλος αυτής της αλυσίδας, υπάρχουν άνθρωποι που «δουλεύουν» για το τίποτα σε καθεστώς φρικτής εκμετάλλευσης.

Η κακοποίηση εν πλω μπορεί να είναι τόσο άγρια που τα θύματά της θα μπορούσαν να είναι αιχμάλωτοι μιας άλλης εποχής.

Στις μαρτυρίες τους, όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν περιγράφουν πράξεις φρικτής βίας: τους αρρώστους τούς πετάνε στη θάλασσα, όσους αντιδρούν τους αποκεφαλίζουν ή τους διαμελίζουν, τους ανυπότακτους τους κλείνουν επί μέρες σε σκοτεινά, υγρά βρόμικα αμπάρια.

Κοιμούνται σε άθλιες συνθήκες, χωρίς να δουν στεριά για μήνες, τους πουλάνε από καπετάνιο σε καπετάνιο και επιβιώνουν με ένα πιάτο ρύζι την ημέρα.

Η δουλειά είναι ισοπεδωτική και επικίνδυνη: τραβάνε δίχτυα και ξεχωρίζουν ψάρια επί 20 με 22 ώρες την ημέρα. Χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο, ο μόνος τρόπος διαφυγής συνήθως είναι η αυτοκτονία.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι οι σκλάβοι που βγαίνουν μίλια στα ανοιχτά για να πιάσουν τα ψάρια, τα οποία τρέφουν τη βιομηχανία γαρίδας της Ταϊλάνδης.

Πολλές από τις γαρίδες που τρώμε στη Δύση προέρχονται από τις καλλιέργειες της CP Food -από τις μεγαλύτερες στο είδος της στον πλανήτη- και μερικές από τις τροφές για τις γαρίδες περιέχουν ψάρια-σκουπίδια, αυτά που συνήθως στη Δύση τα πετάμε.

Τα ξεχωρίζουν από την υπόλοιπη ψαριά, τα φορτώνουν εν πλω σε μεγάλα φορτηγά-πλοία, μεταφέρονται στην ακτή και από εκεί στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας για να γίνουν, μεταξύ άλλων, τροφή για ζώα ή για τις γαρίδες, που η CP Foods προμηθεύει σε όλο τον κόσμο.

Η Ταϊλάνδη παράγει σχεδόν 4,2 εκατ. τόνους θαλασσινών και ψαροτροφής τον χρόνο, εκ των οποίων το 90% προορίζεται για εξαγωγή.

Οι ΗΠΑ αγοράζουν τις μισές ποσότητες και η Βρετανία το 7%. Για τη CP Food, η μπίζνα αντιστοιχεί σε ετήσια έσοδα πολλών δισ. δολαρίων τον χρόνο.

Η αγοραπωλησία των ανθρώπων γίνεται κατ’ αρχάς με μια τηλεφωνική παραγγελία. Ο «πελάτης» τηλεφωνεί στον «μεσάζοντα» πόσα εργατικά χέρια χρειάζεται και πόσο είναι διατεθειμένος να πληρώσει.

Όπως εξήγησε ένας από αυτούς, που έχει το γραφείο του στη βιομηχανική πόλη Samut Sakhon νότια της Μπανγκόκ, στην Guardian: «το κάθε κεφάλι κοστίζει από 450 έως 640 λίρες, ο καπετάνιος του αλιευτικού πρέπει να βρει τα χρήματα να πληρώσει και οι εργάτες που αγοράζει φορτώνονται το χρέος».

Οι... «εργάτες» είναι μετανάστες κυρίως από τη Μιανμάρ, τη Μαλαισία, το Μπανγκλαντές, την Καμπότζη και την Ινδονησία, που παρασύρονται με ψεύτικες υποσχέσεις και παραδίδονται σε δουλεμπόρους για το ταξίδι μέχρι τα σύνορα με την Ταϊλάνδη. Στον δρόμο πολλοί χάνουν τη ζωή τους· δολοφονούνται, αρρωσταίνουν, πεθαίνουν.

Τον περασμένο Μάιο εντοπίστηκαν εκατοντάδες μαζικοί τάφοι, σε στρατόπεδα στα σύνορα Μαλαισίας-Ταϊλάνδης, μαζί με ξύλινες κατασκευές-κλουβιά για να κρατούνται οι αιχμάλωτοι.

Αλυσοδεμένοι

Αλιευτικά αγκυροβολημένα στην Ταυλάνδη
Να τι είπε στη Guardian ένας 29χρονος από την Καμπότζη: «Νόμιζα ότι θα πεθάνω. Ο καπετάνιος με κρατούσε αλυσοδεμένο. Δεν τον ενδιέφερε εάν είχα να φάω. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα. Με κρατούσε στο κατάστρωμα, στον αέρα και τη βροχή. Κι όλοι οι υπόλοιποι είχαν πουληθεί, όπως κι εγώ. Μας μεταχειρίζονταν σαν ζώα. Αλλά είμαστε άνθρωποι. Δεν είμαστε ζώα. Ο μεσάζοντας μου είχε πει ότι θα κερδίζω καλά χρήματα εάν πάω να δουλέψω σε μια βιομηχανία στην Ταϊλάνδη. Είναι εύκολη δουλειά, μου είπε.
 
«Εθεσα σε κίνδυνο τη ζωή μου για να έλθω εδώ. Το ταξίδι ήταν φοβερό. Κράτησε επτά ημέρες. Εάν ήμασταν πολύ κουρασμένοι για να περπατήσουμε, μας κλοτσούσαν και μας χτυπούσαν για να μας αναγκάσουν να συνεχίσουμε. Κάπως βρίσκαμε τη δύναμη να συνεχίσουμε. Μερικοί πέθαναν στον δρόμο, άλλοι έμειναν πίσω. Μας είπαν να ξαπλώσουμε στις καρότσες των φορτηγών σε σειρές. Τρεις σειρές ανθρώπων, στοιβαγμένων ο ένας πάνω στον άλλον. Εγώ ήμουν κάτω κάτω και δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Νόμιζα ότι θα πεθάνω. Μας πήγαν προς τη θάλασσα. Ενας από εμάς είχε ξαναπέσει θύμα δουλεμπόρων και μας είπε: “Βλέπετε αυτές τις βάρκες; Μας πούλησαν”».

Το έγκλημα διαρκείας που διαπράττεται κατά δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων είναι γνωστό σε όλους. Στα σημεία ελέγχων στα σύνορα οι αξιωματούχοι δωροδοκούνται και η αστυνομία της Ταϊλάνδης παίζει ουσιαστικό ρόλο σε αυτό το εμπόριο.

«Η αστυνομία και εμείς είμαστε συνεταίροι» είπε στην Guardian μεσάζοντας, που υποστηρίζει ότι έχει διακινήσει χιλιάδες μετανάστες την τελευταία πενταετία.«Εχουμε αστυνομικούς που δουλεύουν για μας και από τις δυο πλευρές των συνόρων. Είναι μια μεγάλη αλυσίδα. Πρέπει να το καταλάβετε: όλοι κερδίζουν. Είναι ισχυροί άνθρωποι σε αξιώματα εξουσίας: είναι πολιτικοί».

Στην Ταϊλάνδη υπάρχει ο καταγεγραμμένος αλιευτικός στόλος, αλλά υπάρχουν και τα πλοία-φαντάσματα, αυτά που δεν έχουν άδεια, που υποτίθεται ότι πλέουν εν αγνοία των αρχών και που ταξιδεύουν πολλές φορές επί χρόνια -από νησάκι σε νησάκι- χωρίς να πιάνουν λιμάνι, ξεφορτώνοντας στα ανοικτά το φορτίο τους.

Το κόλπο είναι εξαιρετικά απλό: ένα αλιευτικό βγάζει άδεια και εκατοντάδες άλλα τη χρησιμοποιούν.

Νησιά-φυλακές

Στρατόπεδο δουλεμπόρων στα σύνορα Μαλαισία - Ταϋλάνδης
Σε αυτά τα σκάφη καταλήγουν οι περισσότεροι μετανάστες, άνθρωποι «αόρατοι» για το σύστημα, χωρίς χαρτιά, χωρίς να μιλάνε τη γλώσσα, χωρίς τις περισσότερες φορές να έχουν δει ποτέ τη θάλασσα στη ζωή τους.

Είναι φαντάσματα. Και τα φαντάσματα είναι μια επικερδής επιχείρηση για μεσάζοντες και διεφθαρμένους αξιωματούχους που τους εκμεταλλεύονται. Κανείς δεν αναζητά ένα φάντασμα.

Είναι τα «πληρώματα» που καλύπτουν τις 50.000 κενές θέσεις εργασίας που υπάρχουν κάθε χρόνο στον ζωτικό τομέα της αλιείας της Ταϊλάνδης, μεταξύ αυτών και παιδιά, ούτε καν 15 ετών, όπως ανέφερε σε μεγάλη έρευνά της η εφημερίδα New York Times.

Για «νησιά-φυλακές» γράφει ο Ιαν Ουρμπίνα στο συγκλονιστικό ρεπορτάζ του «Ατόλες στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας», όπου οι καπετάνιοι αφήνουν το πλήρωμά τους, μερικές φορές επί εβδομάδες, μέχρι να επισκευάσουν τα αλιευτικά στα λιμάνια.

Αλλά και άλλα νησιά, που κατοικούνται μεν, αλλά είναι απομονωμένα χρησιμοποιούνται για να μην υπάρχει περίπτωση με κάποιο τρόπο να δραπετεύσει το πλήρωμα.

Όπως ανέφερε το Associated Press σε άλλη μεγάλη έρευνα που έγινε τον περασμένο Νοέμβριο, σε ένα μικρό νησί της Ινδονησίας που ονομάζεται Benjina βρέθηκαν ολόκληρα στρατόπεδα με κλουβιά, όπου κρατούσαν οι καπετάνιοι το «πλήρωμά» τους για να μη δραπετεύσει.

Τριακόσιοι άνθρωποι διασώθηκαν με τη δημοσιοποίηση αυτής της αποκάλυψης, οι δουλέμποροι όμως ξέφυγαν, παίρνοντας μαζί τους εκατοντάδες άλλα θύματά τους.

Οι μετανάστες αλλάζουν αφεντικά και μεσοπέλαγα: τα αλιευτικά κάνουν έναν κύκλο κι αρχίζει η «δημοπρασία» εργατικών χεριών μεταξύ των καπεταναίων.

Πάνω στα αλιευτικά, οι μετανάστες κοιμούνται για δύο ώρες ανά βάρδια, σε ένα ασφυκτικά γεμάτο αμπάρι, με «συγκάτοικους» ποντίκια. Το φαγητό τους είναι ένα μπολ ρύζι την ημέρα και η τουαλέτα μια τρύπα στο ξύλινο πάτωμα.

Δρουν ανεξέλεγκτα

Ο έλεγχος σε αυτά τα πλοία όσο βρίσκονται σε ανοικτή θάλασσα είναι σχεδόν αδύνατος.

Τα περισσότερα αλιευτικά που πλέουν σε διεθνή ύδατα εξαιρούνται των κανόνων και δεν διαθέτουν συστήματα εντοπισμού (GPS) και οι αρχές, τόσο στην Ταϊλάνδη όσο και στη Μαλαισία και την Ινδονησία, παραδέχονται ότι σπάνια το Ναυτικό τούς επιθεωρεί για παραβιάσεις των νόμων για την εργασία και τη μετανάστευση.

Δεν έχουν ούτε τα πλοία ούτε τα καύσιμα, λένε, για να κάνουν τέτοιους ελέγχους.

Όσο για τις «συμβάσεις εργασίας», που υπογράφονται όταν οι άνθρωποι αλλάζουν αφεντικά, περιλαμβάνουν όρους αδιανόητους, γράφουν οι New York Times:

«Ενα από αυτά τα συμβόλαια πρακτορείου “ευρέσεως εργασίας” στη Σιγκαπούρη δεσμεύει το πλήρωμα σε τριετή εργασία, στη διάρκεια της οποίας ο μεσάζοντας παρακρατεί 200 δολάρια τον μήνα για το πρώτο εξάμηνο και κατόπιν 150 μηνιαίως».
 
«Εργάζονται, αναφέρει, περίπου 18 ώρες χωρίς καταβολή υπερωρίας. Τα αλιευτικά θα μένουν στα ανοιχτά για περισσότερο από ένα χρόνο για κάθε ταξίδι, μόνο θαλασσινό νερό θα χρησιμοποιείται για ντους και πλύσιμο ρούχων, οι εργάτες μπορούν να πωλούνται από βάρκα σε βάρκα, ανάλογα με τις επιθυμίες του καπετάνιου».
 
«Επιπλέον όλα τα μπισκότα, τα ρυζομακάρονα, τα αναψυκτικά, το τσάι ή τα τσιγάρα θα αγοράζονται από τον ίδιο τον εργάτη με δικά του χρήματα. Οποιος παραβιάζει αυτό το συμβόλαιο (είτε γιατί είναι άρρωστος, τεμπέλης, ή δεν εγκρίνεται από τον καπετάνιο) θα επιστρέφει στην πατρίδα του με δικά του έξοδα».

Δορυφορική φωτογραφία - μεταφορά προμηθείων και σκάβων


Οι μετανάστες φτάνουν στα αλιευτικά με τη «ναυαρχίδα» του στολίσκου, ένα φορτηγό πλοίο που μεταφέρει ό,τι χρειάζονται τα σκάφη: καύσιμα, δίχτυα, ανταλλακτικά, έξτρα «εργατικά χέρια».

Είναι κάτι σαν θαλάσσιο σουπερμάρκετ για τα αλιευτικά που ψαρεύουν και 1.500 μίλια στα ανοικτά συνεχώς επί μήνες ή και χρόνια, χωρίς να ρίχνουν άγκυρα σε λιμάνι.

Είναι η «ναυαρχίδα» που μεταφέρει πίσω τις ψαριές, προκειμένου να φτάσουν τα τρόφιμα επεξεργασμένα πια στα αμερικανικά ή τα ευρωπαϊκά ράφια, μέσα σε μία εβδομάδα.

Από τη στιγμή όμως που τα ψάρια μεταφέρονται στα αμπάρια του εμπορικού δεν υπάρχει τρόπος οι λιμενικές αρχές να διαπιστώσουν την προέλευσή τους.

Είναι αδύνατο να εξακριβωθεί εάν έχουν αλιευτεί νόμιμα ή παράνομα, από σκλάβους ή έμμισθους ψαράδες. Τα ψάρια αυτά -28 εκατομμύρια τόνοι- είναι στην ουσία «αόρατα» για τις αρχές.

Στη Δύση οι καταναλωτές μπορούν με το barcode στην κονσέρβα να διαπιστώσουν εάν η τροφή της γάτας τους προέρχεται από την Ταϊλάνδη και μερικές πολυεθνικές έχουν αρχίσει ήδη να κρατούν αποστάσεις, προσπαθώντας να αντικαταστήσουν την πρώτη ύλη που χρησιμοποιούν. Βέβαια δεν μπορεί πάντα να γίνει το ίδιο και για τις γαρίδες.

Πηγή: efsyn.gr