Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

8/18/2015 12:00:00 μ.μ.
Είναι άραγε η Amazon μια εταιρεία που κακομεταχειρίζεται το προσωπικό της ή μια επιχείρηση που καινοτομεί παρακινώντας τους υπαλλήλους της ώστε να πετύχουν τους στόχους τους;


Η διαμάχη πήρε νέα τροπή το Σαββατοκύριακο, μετά από ένα άρθρο που δημοσίευσε η εφημερίδα New York Times.

Ο αμερικανικός κολοσσός του ηλεκτρονικού εμπορίου πειραματίζεται «για να δει μέχρι πού μπορεί να πιέσει τους εργαζόμενους» συμπέρανε η εφημερίδα, αφού πήρε συνεντεύξεις από περισσότερους από 100 νυν και πρώην υπαλλήλους.

Στη μακρά έρευνά της διαπίστωσε ότι υπάρχει ένα εργασιακό περιβάλλον στον οποίο οι υπάλληλοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να αυξηθεί η παραγωγικότητα.

«Σχεδόν όλους τους ανθρώπους με τους οποίους δουλεύω τους έχω δει να κλαίνε στο γραφείο τους», αφηγήθηκε ένας από αυτούς στην εφημερίδα.

Ο ιδιοκτήτης και ιδρυτής της Amazon Τζεφ Μπέζος διέψευσε τις καταγγελίες διαβεβαιώνοντας ότι το άρθρο «δεν περιγράφει την Amazon που ξέρω εγώ».

Πριν από δύο χρόνια ο Μπέζος αγόρασε την εφημερίδα Washington Post, την μεγαλύτερη ανταγωνίστρια της New York Times στις ΗΠΑ.

Η New York Times, ανέφερε ο Μπέζος σε υπόμνημα που απευθύνεται στους εργαζομένους του και αναρτήθηκε σε πολλούς ιστοτόπους, υποστηρίζει πως «η σκόπιμη προσέγγισή μας συνίσταται στη δημιουργία ενός χώρου εργασίας χωρίς ψυχή, δυστοπικού, όπου δεν διασκεδάζουμε και δεν ακούγονται γέλια».

«Δεν αναγνωρίζω αυτήν την Amazon και ελπίζω πραγματικά να μην την αναγνωρίζετε κι εσείς. Γενικότερα, δεν πιστεύω ότι μια εταιρεία που υιοθετεί την περιγραφόμενη προσέγγιση θα μπορούσε να επιβιώσει —ακόμη περισσότερο, να ευημερήσει— στην έντονα ανταγωνιστική αγορά στον τομέα της τεχνολογίας», τονίζεται στο κείμενο αυτό.

Ένας εργαζόμενος, ο Νικ Τσιομπουτάριου, διέψευσε επίσης τις πληροφορίες του άρθρου μέσω του ιστοτόπου κοινωνικής δικτύωσης LinkedIn.

«Δουλεύουμε σκληρά και διασκεδάζουμε» σημειώνει, λέγοντας πάντως ότι έχει ακούσει «όλες τις φρικτές ιστορίες του παρελθόντος».

Ο Τσιομπουτάριου διαβεβαιώνει: «Στους 18 μήνες που βρίσκομαι στην Amazon, ποτέ δεν δούλεψα ένα Σαββατοκύριακο χωρίς να το θέλω. Κανείς δεν μου είπε να δουλέψω τη νύχτα. Κανείς δεν με ανάγκασε να απαντώ σε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τη νύχτα. Κανείς δεν μου έστειλε μήνυμα (στο κινητό) για να με ρωτήσει γιατί έμειναν αναπάντητα τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου».

Το άρθρο σχολιάστηκε περισσότερες από 3.600 φορές στον ιστότοπο της New York Times και προκάλεσε ζωηρές αντιδράσεις στο Twitter. «Έχω συζητήσει με εκατοντάδες βετεράνους της Amazon, άνδρες και γυναίκες, εδώ και είκοσι χρόνια. Ούτε ένας δεν πίστευε ότι δεν ήταν καλές οι συνθήκες εργασίας», ανέφερε ένας επενδυτής, ο Μαρκ Άντρισεν, που είναι γνωστός στη Σίλικον Βάλεϊ.

«Το άρθρο για την Amazon φαίνεται ότι επικρίνει μια κουλτούρα που, κατά πολλούς τρόπους, είναι νικηφόρα και πρωτοποριακή», σχολίασε ο Τζος Έλμαν της επενδυτικής εταιρείας Greylock Partners.

Ορισμένοι καταναλωτές βρήκαν την έρευνα της εφημερίδας τόσο συνταρακτική που αποφάσισαν να διακόψουν κάθε σχέση με την εταιρεία. «Ακύρωσα τη συνδρομή μου στο Audible, κατάργησα την εφαρμογή του Kindle και δεν θα ξαναψωνίσω από την Amazon», έγραψε μια αναγνώστρια, η «Κέιτι». «Δεν μπορώ να στηρίζω μια εταιρεία που δημιουργεί σκοπίμως αρνητικό περιβάλλον για τους υπαλλήλους της.Είναι ανήθικο, ελπίζω ότι και άλλοι θα σκεφτούν όπως εγώ αφού διαβάσουν το άρθρο», συνέχισε.

Άλλοι πάντως υπερασπίστηκαν την εταιρεία. «Η δουλειά δεν είναι βρεφονηπιακός σταθμός για μεγάλους», έγραψε ένας αναγνώστης που προσδιορίστηκε ως «Άνδρας από το Σιάτλ». «Η χώρα αυτή δεν οικοδομήθηκε με εβδομάδες εργασίας των 40 ωρών, ούτε αντιμετωπίζοντας το γραφείο ως λέσχη κοινωνικών επαφών. Η Αμερική χρειάζεται περισσότερες εταιρείες σαν την Amazon που απαιτούν περισσότερα από τους υπαλλήλους τους και τους ανταμείβουν αναλόγως», πρόσθεσε.

Η Amazon έχει κατηγορηθεί και στο παρελθόν για τις συνθήκες εργασίας που επιβάλλει κυρίως στα κέντρα υποδοχής και χειρισμού των παραγγελιών.

Το άρθρο της New York Times ωστόσο δημοσιεύεται σε μια περίοδο που η μετοχή της εταιρείας έχει φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ και ο Μπέζος έχει γίνει ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, με περιουσία που σύμφωνα με το περιοδικό Forbes φτάνει τα 47,8 δισεκατομμύρια δολάρια.