Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

12/04/2013 06:37:00 μ.μ.
Ο Λούο Γκανγκ ήταν μόλις 5 ετών όταν τον απήγαγαν το 1990. Δε θυμάται πολλά από το σπίτι του, το χωριό του, όμως αυτές οι λίγες λεπτομέρειες που είχε συγκρατήσει τον βοήθησαν τελικά να βρει το δρόμο για το σπίτι του.

Τον Λούο τον απήγαγε ένα ζευγάρι μια ημέρα που πήγαινε στον παιδικό σταθμό. Ο 5 ετών τότε Λούο νόμιζε πως το ζευγάρι ήταν φίλοι των γονιών του. Το ζευγάρι, άλλαξε το όνομα του παιδιού και το μεγάλωσε μαζί με ένα κορίτσι για αδελφή του, ενώ αυτός στην πραγματικότητα είχε έναν αδελφό.

Όμως δεν ξέχασε ποτέ την οικογένειά του και μεγαλώνοντας ξεκίνησε βασανιστικές προσπάθειες για να την βρει ξανά! Δε θυμόταν τα ονόματα των βιολογικών του γονιών, ούτε καν που έμενε, αλλά προσπαθούσε επίμονα να ξαναβρεί τις ρίζες του.

Είκοσι τρία χρόνια μετά, με τη βοήθεια του ίντερεντ και μιας ομάδας εθελοντών κατάφερε να τους βρει. Δεν θυμόταν από που είναι. Ένας γείτονας όμως μια ημέρα του είπε πως έχει προφορά σαν να κατάγεται από το χωριό Σιχουάν. Με μεγάλη προσπάθεια και από την θετή του αδελφή και κρυφά από τους θετούς του γονείς, ο Λούο έκανε τις έρευνές του και τα κατάφερε! Τώρα μένει μαζί τους αλλά ανυπομονεί να έρθει η στιγμή του γάμου του όπου θα έχει και τις δυο οικογένειες μαζί του! Ο Λούο είχε δώσει όρκο πως δε θα παντρευόταν αν δεν κατάφερνε να βρει την οικογένειά του.

Τώρα που τους βρήκε θα παντρευτεί επιτέλους την επί χρόνια αρραβωνιαστικιά του και το περίεργο είναι πως στο γάμο θα παραβρεθούν οι βιολογικοί του γονείς αλλά και οι απαγωγείς του, καθώς ο ίδιος τους θεωρεί θετούς του γονείς, αφού αποφάσισε να τους συγχωρήσει. Άλλωστε, τον μεγάλωσαν για 23 χρόνια, όπως λέει και ο ίδιος.

Το πραγματικό όνομα του Λούο είναι Χουάνκ και ζούσε σε ένα χωριό της Κίνας, το Σιχουάν, μαζί με τον πατέρα του ο οποίος ήταν οικοδόμος και τη μητέρα του που δούλευε ως υπάλληλος σε κατάστημα. Το 1990 ήταν μια εποχή όπου χιλιάδες παιδιά είχαν απαχθεί μέσα σε ένα χρόνο και αυτός ήταν ένα από αυτά.

Στην αρχή πίστευε ότι θα μείνει για λίγο με τη νέα του οικογένεια κι ότι θα τον επέστρεφαν και πάλι στους γονείς του. Όταν τελικά κατάλαβε ότι δε θα έφευγε ποτέ από εκεί, κράτησε ό,τι αναμνήσεις είχε για να μπορέσει μια μέρα να τις χρησιμοποιήσει ώστε να βρει τον δρόμο για το σπίτι του.